ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ

(Κατσιβέλη Βαρβάρα)

 

Tο μάθατε τι γίνηκε
στου Αργοστολιού τα μέρη
Τσου' φυγε ο Καρνάβαλος,
τσου άλαξε λημέρι.

Εις το Ληξούρι άραξε
και πίνει το κρασί του.
Τους Ληξουριώτες φώναξε
να πιουν κ' αυτοί μαζί του.

Ολημερίς γλεντάγανε
τη νύχτα 'ξαφανίζοταν
στον Λασκαράτο 'ρχότανε
και διαφημιζότανε.

Στο Λασκαράτο έφθασε
σεμνά τον χαιρετάει
όλη τη νύχτα άραξε
και του'πε πως πονάει.

    Καρνάβαλος:
"Οι Αργοστολιώτες δεν τον ήθελαν
γιατί ήταν ευφυϊα
γι΄αυτό και εγώ τους έδωσα
μια μούντζα στην Πλατεία.

Ανδρέα τράβηξες πολλά
μα τώρα σε πιστεύω
αφού και εγώ δεν άντεξα
είπα τώρα φεύγω.

Πώς να καθίσω βρε παιδιά
και πως να τους χαιρετίσω
αφού κανένας δεν με πρόσεχε
θέλησα να την κοπανήσω.

Μου φέρθηκαν άσχημα πολύ
με σέρναν σαν μουλάρι
γι' αττό κι εγώ τους άφησα
μονάχα το σαμάρι.

 

 

 

Γιάννης κι ο Μαρής.

Μ- Είδες Γιάννη στο Ληξούρι τι ζωή και λεβεντιά;
Γ.- Μούντζες νάχη τ’ Αργοστόλι μ’ όλη του την Αρχοντιά.
Μούντζες νάχη τ’ Αργοστόλι με τα πλούτη τα κρυμμένα,
με τα μούτρα τα πενσάδα, με τα σπίτια τα κλεισμένα,
και χαλάλι στο Ληξούρι π’ όση πείνα κι αν τραβά 
δεν το εννοεί ν’ αφήση τσ’ αλεγρίας το χαβά.

Μ.- Τι χαβάς της αλεγρίας
εις Κυρίους και Κυρίας 
Τι χαρές και παιχνιδάκια 
οργασμών επιχαρίτων
μες   τα πράσινα σακκάκια
των περονοσποροβλήτων !
Γ.- Στ’ Αργοστόλι πουν το χρήμα μουχλιασμένο στα συρτάρια
πριν της ώρας των γηράζουν μορφονηές και παλληκάρια.
Ένας γάμος απ’ αγάπη δεν ηκούσθη μια φορά,
ξεψυχούν αφανισμένατα 
τα αισθήματα κλεισμένα 
μες το βούρκο του παρά 
Είναι μόδα στ’ Αργοστόλι
γενικώς να κλαίμε όλοι
Οι ο φτωχός μοιρολογάει πούναι, μέρες νηστικός,
μα κι ο Πλούσιος παίρνει τόκους και στενάζει διαρκώς.
Κόλαση ‘ναι τ’ Αργοστόλι, Κόλαση αληθινή
που το χρήμα καταπνίγει της καρδίας τη φωνή.
Η μεγάθυμή μας χώρα είναι μια μοιρολοϊστρα
αφ’ τον Άγιο Νικόλα ως τη Γαϊδουροκυλίστρα*
Τι ζοφώδης ατμοσφαίρακαι και παράξενο παϊζι, 
λες τ’ ανθρώπου “καλημέρα”
και γυρίζει και σε βρίζει
Για ν’ αλλάξουν οι ιδέες και τα ήθη μας αυτά,
δεν συνέτειναν καθόλου του δημάρχου τα φυτά.
Στ’ Αργοστόλι πουν τα φιόρα και τα λούσα τα πολλά,
έναν άνθρωπο δε βλέπεις που λιγάκι να γελά
Και σ’ εκείνο το Ληξούρι που ‘ναι πείνα γενική
μέρα νύχτα στιούν τα ξύλα και σονάρ’ η Μουσική 
Σ’ όλα είν καλύτεροί μας οι εφάνταστοι γειτόνοι 
με τη φτώχια τους γελούνε, με τον έρωτα μιλούνει
κι Όποια λίγο να γυαλίζει την αρπάζουν. Δεν γλιτώνει !
Σε όλα μας υπερτερούνε κατά τρόπον ζηλευτόν
,ένα Μέτελα δεν είχαν, τον απέχτησαν κι αυτόν.
Σ’ όλα μας υπερτερούνε και μας έδωσαν καπότο,
έχουνε το Βουλευτή τους που στο βήμα κάνει κρότο.
Τ’ Αργοστόλι το μεγάλο, με το χρήμα, με το λούσο,
πότα τρέμει το Σβορώνο, πότα το Μενέλαο***
κι οι φτωχοί μες την Αθήνα,  στέρνουνε το Μονοκρούσο
και   και τα κάνει πέλαο !
Πάει πλέον τ’ Αργοστόλι. το κατήντησαν
ρημάδι συνεχείς καταστροφαί,
κι αν δεν ήταν το Ληξούρι, ούτε θα ‘χες παξιμάδι***
να βουτήξεις στον καφέ
Τύφλα να ‘χει τ’ Αργοστόλι με τους πλούσιους του μαζί
και χαλάλι το Ληξούρι που ο έρωτας το ζεί.
Τι ζωής φιλοσοφία στου Παλίου την πατρίδα !
έτρεξαν στην Ενιαία κι επουλήσαν τη σταφίδα,
εννοείς τοις μετρητοίς
και δεν είχανε χαμπάρι τι θα πει ο πιστωτής.
Έβγαλαν, που λες, στην τζέπη, τη μονέδα τη γλυκιά
,κι εφαλήραν οι εμπόροι που του έδωσαν σακκιά
Τι λαός αυτός της Πάλλης
αντιλήψεως μεγάλης
έτρεξαν στην Ενιαία δια τα τρεχούμενα
και τ’ αφήσανε γραμμένα τα καθυστερούμενα
.κι αν στους τόσους Δανειστάδες δεν εδώσανε λεφτό,
ένα είδος αλεγρίας παραδέξου το κι αυτό.
Στ’ Αργοστόλι να λαλήσει δεν ακούς μια κουκουβάγια
κι εντοσούτω στο Ληξούρι με την φτώχεια την τρανή*
επαστρέψαν τη Σοφίτα που την είχανε Σαράγια
και την έκαμαν σκηνή,
κι έφτιασαν Μιλάνου Σκάλα και Σανκάρλο ξακουστό,
πέρα πέρα τη σαράγια με χαρτί χρωματισμό.
Θέατρο με τα σανίδια πωςβρεθήκαν εδεκεί
το κατάφεραν αμέσως π’ ούτε και μηχανικοί.
Τα βαρέλια μπαταρία
κι από πάνω πατερά,
σχηματίζουν θεωρεία
πρώτη, δεύτερη σειρά.
Μ.- Τι ευτυχές κι επαινετόν το πλήθος των Παλλαίων
τα της σταφίδος βάσανα δεν το ζαλίζουν πλέον,
επέταξε τα κόσκινα, της διάφης τα φακότα
και κάθεται στο θέατρο κι ακούει τη Μασκότα.
Οι Ληξουριώτες έχουνε αφράτες θεατρίνες,
κι εμείς πετσοκοβώμαστε και κάνουμε βατσίνες.
Οι Ληξουριώτες έφτιαξαν σκηνή με καδινέλες
κι αφ’ τον Οκτώβρη φέρανα καινόργιες Πιμπρινέλες
κι εμείς τα καφηνάρια
θα ντιβερτιριστούμε
φέροντες σωληνάρια
να εμβολιαστούμε.
Στο Ληξούρι οπερέττα
κι άσμα έρωτος γλυκύ,
στ’ Αργοστόλι μας λαντσέτα
και βατσίνα γενική.
Από κει ευτυχισμένοι
με κοπέλλες Ιταλίδες
κι από δω ευλογιασμένοι
με Γιατρούς και δαμαλίδες
Στ’ Αργοστόλι ερημία,
ευλογιά και στεναγμοί,
στο Ληξούρι ευθυμία,
και νεότητος ορμή.
Στο Ληξούρι κανταδώροι, οπερέττες, μουσικές,
παντομίμες, φασαρίες, και σκηνές ερωτικές,
Γ.- Σαν το Ληξούρι, βρε Μαρή, δεν είδα κι άλλο μέρος
που νάχη τόση πέραση ο φίλος μας ο έρως
καθώς ο περονόσπορος δριμύς κι εκείνος πέφτει,
και κάθε νέος π’ αγαπά
περιπατεί περικοπά
και την φιλτάτην κλέφτει.
Εκεί θαρρείς κι εφώλιασε του έρωτος η μάνα
κι άμα το αίσθημα φανή, αμέσως κάνει διάνα.
Ο φίλος την φιλτάτην του μια μέρα την κοιτάζει,
τη δεύτερη της ομιλεί, την τρίτη την αρπάζει
ι όσο να πάν οι Γέροντες να βρουν τον Αστυνόμο,
οι Νέοι, με κατάλαβες έχουν και κληρονόμο
. Ο έρως έχει πέραση μεγάλη στο Ληξούρι
ι ο αγαπών βιάζεται να βάλει το κουλούρι
Κι απάνω στην καούρα του κι εντός της ταραχής του
αρπάζει τα μεσάνυχτα την φίλη της ψυχής του.
Του Ληξουρίου ο έρωτας δεν είναι παίξε γέλα,
πρέπει να πάρεις άμαξα να κλέψεις την κοπέλα.
Και εις την βασιλεύουσαν κτηματικήν πτωχείαν
που ευγενή προνόμια και τίτλοι κατελύθησαν,
του γάμου τα προβλήματα σ’ αυτήν την Επαρχίαν
δια της εις άτοπον απαγωγής ελύθησαν.
Κι όσα ζευγάρια περπατούν αλαμπρατσοπιασμένα
είναι όλα δια έρωτος αλληλοαρπαγμένα
Εκεί αρπάζονται ψυχή με τόση προθυμία
πως αρπάζουνε Ρωμιοί Δημόσια ταμεία.
Εκεί ο γάμος γένεται κρυφάκαι κουτουράτα,
μακράν από τα έξοδα κι από τα ζαχαράτα,
κι όσοι πουλούν γλυκίσματα στου Ληξουριού την πόλη,
χτυπάνε το κεφάλι τους πως θα φαλίρουν όλοι.
Εγώ πολύ τους χαίρομαι τους Γείτονας τους φίλους
  που του Χριστού την εντολή “το ν’ αγαπούν αλλήλους”,
την εκτελούν, μωρέ Μαρή, τελείως οι καημένοι,
σε τρυφερά αισθήματα ειν’ όλοι μπερδεμένοι.
Κι αν εκατέβαινε ο Χριστός στον κόσμον σαν ετότες,
μ’ άλλους δε θα’χε συντροφιά παρά με Ληξουριώτες.
Μ. - Να τρέχεις μεσάνυχτα είναι λιγάκι κόπος
μα και πολύ ποιητικός της αρπαγής ο τρόπος,
την πόρτα να’ βρεις ανοιχτή
επί τη υποθέση
και να την πάρεις αρπαχτή
Εκείνη που σ’ αρέσει,
είναι πολύ καλύτερα παρά να στέρνεις σπίτι,
και να γυρεύεις σύζυγο με λόγια του μεσίτη.
Η σύντροφος του βίου σου η εκζεζητημένη
δεν έχει τη γλυκύτητα που θα’ χει μια κλεμμένη
σαν ξένη θα σου φαίνεται, κι όταν μαζί της θασαι,
κι εκείνη θα σ’ εντρέπεται και συ θα την φοβάσαι.
Και δηλαδή αμφότεροι θα φάτε τ’ άντερα σας
όσο να συνηθίσετε τα ιδιαίτερα σας.
Γ.- Καμαρώνω τους Γειτόνους πόχουν εύφλεκτα τα στήθη
συχαίνομαι τους νέους που μουχλιάζουν εδεπά,
κι η ψυχή τους κι η καρδιά τους μένει πάντα κολοκύθι
και ποτέ της δε χτυπά.
Τόσες ομορφιές περνούνε εφ’ τα μάτια τους μπροστά
και καμμιά δεν τους ανάβει. Τι μωρόπουλα βραστά!
Τόσες κόρες, τόσες Νύφες περισσώς χαριτωμένες,
είναι κρίμα που δεν είναι στο Ληξούρι γεννημένες.
Κόρες πόχουν τόσο νάζι
- εφ’ την προίκα τους εκτός
- θα τις άρπαζαν για χάζι
με το άρμα της νυκτός.
Όλοι έπρεπε να πάνε στο Ληξούρι, βρε Μαρή.
Στ’ Αργοστόλι ποίον μέλλον καθεμιά να καρτερή 
Που ‘ναι άτρωτος ο κόσμος προς το αίσθημα τραχύς
κι ούτε Βουρουκλάς υπάρχει δι’ ελπίδας ευτυχείς;
καθεμιά πρέπει ν’ αφήνει
Τ’ Αργοστόλι το σαχλό
και να μπαίνει στό “Δελφίνι”*
και να σχίζει το γιαλό.
Και να πάει στο Ληξούρι τρυφερώς να κοιταχτεί
παραχρήμα ν’ αγαπήσει κι εν τω άμα ν’ αρπαχτεί
Μ.- Γέρο κάρπη, γέρο πριτση
που δε θρέφω βερεσέ,
να μην ήσουνα κορίτσι
να σ’ αρπάξουνε κι εσέ!
Κι εις στιγμάς που κινδυνεύω μες τη φτώχια να χαθώ, να σε πάρει το Ποτάμι*****
για να σε ξεφορτωθώ!

Υποσημειώσεις

*Γαϊδουροκυλίστρα λέγεται κάθε χώρος μικρός, όσος δηλ. χρειάζεται να κυλιέται ένας γάϊδαρος. Στο Αργοστόλι γαϊδουροκυλίστρα λέγεται το μέρος που ευρήσκεται μεταξύ Φ.Κ.Κ. και Ορφανοτροφείου

.**Μενέλαος Μεταξάς, ανώτερος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού απόφοιτος της περιφήμου Βελγικής στρατ. ιππευτικής Ακαδημίας του Υπρ, με αρτίαν επιστημονικήν μόρφωσην ανήρ χαρα/ρος και δυνάμεως. Απέθανε εν Αθήναις τον Αύγουστον του 1938.

****Εδώ υπονοεί τη γνωστή Θοδώρα που έκανε στο Ληξούρι τα ονομαστά ζαχαρένια κουλούρια.

****"Δελφίνι” Μικρόν ατμόπλοιον εκτελούσε τότε την συγκοινωνία Αργοστολίου Ληξουρίου.

*****Ποτάμι του Ληξουρίου, ονομαζόμενο “Αχελλώος” ή χειλοπόταμο, που χωρίζει το Ληξούρι από Δυσμών προς Ανατολάς εις δύο μέρη

 

"Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΕΖΥΡΗ"!

(Σπύρος Αρ. Παγουλάτος)

Αναβιώσαν ξαφνικά την παλαιά την έχθρα
τ’ Αργοστολάκι τ’ όμορφο, Ληξούρι ξακουστό
κι αν δεν παρθούνε σύντομα ενδεδειγμένα μέτρα
ούτε το “Λέων” δεν αρκεί εδώ... “φουνταριστό”!

Αφού με μιάν επιδρομή κομάντος Ληξουριώτες
Βεζύρη μας, Καρνάβαλου κάμαν απάγωγή!
Κι ανάστατοι εψάχνανε όλοι Αργοστολιώτες
να του’βρουν το κρυσφύγετο μέχρι την Ανωγή

Τον βρίκανε ξυπόλυτο, να μην μπορεί να φύγει
κι από το ραδιόφωνο άκουσα εκπομπή
οι δήμαρχοι εξήγηση με θυμηδία λίγη
δώσαν - χωρίς συνέχεια - για τούτη την “πομπή”!

Μου θύμησε τα Ίμια μια τέτοια ιστορία
μόνο που μεις δεν είπαμε “δεύτερο φχαριστώ”
στους Τούρκους που μας ντρόπιασαν με μια διμοιρία
και κολυμπώντας μάλιστα σε κύμα σγουριστό!

Στο τέλος μας τον γύρισαν Άνακτα επί του θρόνου!
Κι έκαμε την παρέλαση πρόξενος της χαράς
με τις ευχές “τ’ αντίθετα” να γίνουνε του Χρόνο
αρκεί οι πάντες να ‘χουμε προθέσεις καθαράς!

Σπύρος Αρ. Παγουλάτος

 

  back